ἐπίχρισις

ἐπί-χρῑσις, εως, ,
A smearing over,

βελῶν Str.4.4.6

(pl.), cf. Sever. ap.Aët.7.96.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπίχρισις — smearing over fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρίσει — ἐπίχρισις smearing over fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπιχρίσεϊ , ἐπίχρισις smearing over fem dat sg (epic) ἐπίχρισις smearing over fem dat sg (attic ionic) ἐπιχρί̱σει , ἐπιχρίω anoint aor subj act 3rd sg (epic) ἐπιχρί̱σει , ἐπιχρίω anoint… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρίσεις — ἐπίχρισις smearing over fem nom/voc pl (attic epic) ἐπίχρισις smearing over fem nom/acc pl (attic) ἐπιχρί̱σεις , ἐπιχρίω anoint aor subj act 2nd sg (epic) ἐπιχρί̱σεις , ἐπιχρίω anoint fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρίσεσι — ἐπίχρισις smearing over fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίχρισιν — ἐπίχρισις smearing over fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίχριση — η (AM ἐπίχρισις) [επιχρίω] επάλειψη, επικάλυψη επιφάνειας με ρευστή ή μαλακή ουσία …   Dictionary of Greek

  • ἐπιχρίσεως — ἐπιχρίσεω̆ς , ἐπίχρισις smearing over fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρίσῃ — ἐπιχρίσηι , ἐπίχρισις smearing over fem dat sg (epic) ἐπιχρί̱σῃ , ἐπιχρίω anoint aor subj mid 2nd sg ἐπιχρί̱σῃ , ἐπιχρίω anoint aor subj act 3rd sg ἐπιχρί̱σῃ , ἐπιχρίω anoint fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.